φευγάλα

φευγάλα
η, Ν
εσπευσμένη απομάκρυνση, φευγιό, φυγή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φεύγω, κατά το πηλάλα (πρβλ. τρεχ-άλα: τρέχω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • φευγάλα — η φυγή, βιαστική απομάκρυνση, φευγιό, τρεχάλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλάκημα — και λάκημα, το [γλακώ] φευγιό, φευγάλα …   Dictionary of Greek

  • γλακητό — το και γλακητός, ο η φευγάλα …   Dictionary of Greek

  • λάκημα — το (AM λάκημα) [λακώ] νεοελλ. 1. γλάκημα, φευγάλα, δρομαία φυγή 2. μτφ. η απάρνηση φρονήματος από φόβο ή ιδιοτέλεια αρχ. 1. τμήμα πράγματος, το οποίο έχει αποσπαστεί από άλλο 2. φρ. «ὄρους λάκημα» ρήγμα όρους, φαράγγι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με… …   Dictionary of Greek

  • φευγιό — το, Ν 1. φυγή, φευγάλα 2. αποχώρηση, αναχώρηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < φεύγω + κατάλ. ιό (πρβλ. τρεχ ιό: τρέχω, χτικ ιό: χτικιάζω)] …   Dictionary of Greek

  • φεύγα — το, Ν άκλ. 1. φυγή, φευγάλα 2. παραλλαγή παιχνιδιού στο τάβλι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η προστ. φεύγα τού ρ. φεύγω ως ουσ. (πρβλ. έμπα, έβγα)] …   Dictionary of Greek

  • φεύγω — ΝΜΑ, και φεόγω Α 1. τρέπομαι σε φυγή, απομακρύνομαι γρήγορα κυρίως από φόβο ή επειδή μέ καταδιώκουν (α. «μόλις τόν είδε με το πιστόλι έφυγε» β. «βῆ φεύγων ἐπὶ πόντου», Ομ. Ιλ.) 2. αναχωρώ (α. «έφυγαν για ταξίδι τού μέλιτος» β. «Κῡρος μὲν τέθνηκεν …   Dictionary of Greek

  • φυγή — η, ΝΜΑ 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φεύγω, αναχώρηση, αποχώρηση, φευγάλα, φευγιό 2. (ειδικά) α) εσπευσμένη ή κρυφή απομάκρυνση β) άτακτη υποχώρηση κατά τη μάχη (α. «τράπηκαν σε φυγή» β. «εἰς φυγὴν ὁρμώμενοι», Ευρ.) γ) καταφυγή σε ξένη χώρα …   Dictionary of Greek

  • καιρός — ο 1. ο κατάλληλος χρόνος: Τώρα είναι καιρός για φευγάλα. 2. η κατάλληλη εποχή, ο χρόνος που ωριμάζουν τα προϊόντα: Τα αχλάδια είναι στον καιρό τους. 3. χρονική περίοδος, κατά την οποία συμβαίνει ή συνέβη κάποιο σημαντικό γεγονός. 4. μετεωρολογικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φευγιό — το 1. φυγή, φευγάλα: Οι εχθροί στο φευγιό τους πέταξαν και τα όπλα τους. 2. αποχώρηση, αναχώρηση: Πέρασαν τρία χρόνια από το φευγιό του από τη Θεσσαλονίκη στις Σέρρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”